Материал: Карманный русско-новогреческий словарь 10 000 слов.

Внимание! Если размещение файла нарушает Ваши авторские права, то обязательно сообщите нам

ант

 

 

 

 

 

— 18 —

 

 

 

арм

άντιμιλιταριστικός, αντιπο­

аптека

ж τό

φαρμα­

λεμικός.

 

 

 

 

 

 

 

κείο.

 

ж τό

φορητό

антифашист м ό αντιφα­

аптечка

σίστας.

 

 

 

 

 

(Αντι­

φαρμακείο, ή φαρμακοθήκη,

антифашистский

араб μ ό

Άραβας,

φασιστικός;

~

комитет ή

арабский αραβικός, των

αντιφασιστική

έπιτροπή.

Αράβων.

 

 

 

 

античный άρχαϊος.

 

 

Аральское море ή Α ρά­

антракт м τό διάλειμμα,

λη.

 

 

 

 

антрепренёр м

ό

θεατ­

арбитраж м ή διαιτησία,

ρώνης.

 

 

 

 

 

 

 

арбуз

μ τό

καρπούζι.

анчоус м ή αντσούγια,

Аргентйна ж ή

Α ργεν­

апельсин

м

τό

πορτο­

τινή.

 

 

 

 

κάλι (плод); ή πορτοκα­

аргентйнский άργεντινι-

λιά (дерево).

 

 

 

χειρο­

κός, τής Αργεντινής.

аплодировать

 

арена

ж ό

στίβος (του

κροτώ.

 

 

 

 

 

 

τά

τσίρκου).

 

 

 

 

аплодисменты

 

μη.

аренда ж ή ένοικίαση,

χειροκροτήματα;

 

бурные

ή έκμίσθωση

(χτήματος).

~ τά θυελλώδη

χειροκρο­

арендатор м ό μισθωτής

τήματα.

 

м ή

 

μηχανή,

(χτήματος).

 

ένοικιάζω,

аппарат

 

арендовать

τό μηχάνημα;

государст­

έκμισθώνω

(χτήμα).

венный

~

 

ό

 

κρατικός

арест μ

ή

σύλληψη,

μηχανισμός.

 

 

 

 

 

 

арестовать,

арестовы­

аппендицйт м ή σκω­ вать συλλαμβάνω.

 

ληκοειδίτιδα.

 

όρεξη;

у

арифметика ж ή άριθ-

аппетит м ή

μητική.

 

 

 

 

меня

нет

~ а

δέν

εχω

ария ж ή αρια.

 

όρεξη;

приятного

~а!

арка ж ή αψίδα.

καλή όρεξη!

 

 

 

 

 

 

Арктика ж ή Αρκτική.

аппетитный δρεχτικός.

Армения

ж ή Αρμενία,

апрель м ό

Απρίλης.

 

армия

ж 6 στρατός; со-

арм

— 19 —

аст

ветская ~ ό σοβιετικός στρατός.

армянин м ό Άρμένης,

όΑρμένιος.

Армянская ССР ή Σο­

βιετική Σοσιαλιστική Δη­ μοκρατία τής Αρμενίας.

армянский αρμένικος, τής Αρμενίας.

аромат м τό άρωμα, ароматный άρωματικός,

ΰρωματώδης, μυρωδάτος. артель ж ό συνεταιρισ­

μός, τό συνεργείο; сельско­

хозяйственная

~ ό αγρο­

τικός συνεταιρισμός,

артерия ж ή

αρτηρία,

артиллерия

ж τό πυρο­

βολικό.

ηθοποιός,

артист μ ό

ό καλλιτέχνης; заслужен­ ный ~ ό διακεκριμένος καλλιτέχνης (τίτλος); на­ родный ~ ό λαϊκός καλλι­

τέχνης (τίτλος).

артистка ж ή ηθοποιός,

ήκαλλιτεχνίδα.

артишок μ ή αγκινάρα, арфа ж ή άρπα,

археолог м ό αρχαιολό­ γος.

археологический άρχαιολογικός.

2*

археология ж ή αρχαιο­ λογία.

архив μ τό αρχείο.

архиепископ м δ άρχιεπίσκοπος.

архипелаг м ό αρχιπέλα­ γος.

архитектор м ό αρχι­ τέκτονας.

архитектура ж ή αρχι­ τεκτονική.

аспирант м ό άσπιράντης (υπότροφος εκπαιδεοτικοΰ Ιδρύματος ανώτερης μόρφωσης).

аспирантура ж ή άσπιραντούρα (το εκπαιδευτι­ κό ίδρυμα ανώτερης μόρ­ φωσης) .

ассамблея ж ή συνέ λευση.

ассигновать χρηματο­

δοτώ.

ассистент м ό βοηθός. ассоциация ж ή έται-

ρεία, ό σύνδεσμος. астма ж τό άσθμα.

астра ж τό άστρο (λου­ λούδι) .

астронавт м ό αστρο­

ναύτης.

астроном Μ ό αστρονό­ μος.

аст

 

 

 

— 20 —

 

 

 

аэр

астрономйческий

άσ-

энергия ή ατομική ένέρ-

τρονομικός.

 

αστρο­

γεια; ~ая станция ό άτο­

астрономия ж ή

μικός σταθμός.

 

 

 

νομία.

 

 

 

 

атташе м ό

ακόλουθος.

асфальт м ή άσφαλτος,

аттестат м: ~ зрело­

асфальтированный ασ­

сти τό απολυτήριο

(γυμνα­

φαλτόστρωτος.

 

 

σίου).

 

 

 

 

асфальтировать άσφαλ-

аттракцион м ή άτρα-

τώνω.

 

 

 

 

ξιόν.

 

 

 

 

атака ж ή έφοδος, ή έπί-

аудитория ж 1. (поме­

θεση.

 

 

 

έφοδο,

щение) ή αίθουσα; 2. (слу­

атаковать κάνω

шатели) τό άκροατήριο, οί

έπιτίθεμαι.

 

 

ακροατές.

μ ή

δημοπρα­

атеист м ό άθεος, ό αθεϊ­

аукцион

στής.

 

 

 

 

σία.

 

 

τό άουτ.

ателье с τό ατελιέ, τό

аут μ спорт,

 

έργαστήριο.

 

 

Афины μη . ή Αθήνα, α£

атлас

μ ό άτλας,

Άθήναι.

ж ή

άφίσα, τό

атлас μ τό ατλάζι,

афйша

атлет μ ό αθλητής,

τοιχοκόλλημα.

 

Αφρική.

атлетика ж ό

αθλητισ­

Африка

ж ή

μός; лёгкая ~ ό άθλη-

африканец м ό 'Αφρικα­

τισμός

στίβου; тяжёлая ~

νός.

 

 

 

άφρικα-

ή άρση

βαρών.

 

άθλητι-

африканский

 

атлетический

 

νός, τής Αφρικής.

Άσχα-

κός.

 

 

 

ατμόσ­

Ашхабад μ

τό

атмосфера ж ή

μπάτ.

 

 

 

 

φαιρα.

 

 

 

ατμοσ­

аэродром μ τό άεροδρό-

атмосфернЦый

 

μιο.

 

 

αερολιμέ­

φαιρικός;

~ ое

давление

аэропорт μ ό

ή άτμοσφαιρική πίεση,

νας.

 

 

 

 

атом μ τό άτομο

(φυσ.).

аэростат м τό άερόστα-

атомн||ый άτομικός; ~ая

το.

 

 

 

 

баб — 21 — бан

Б

 

бабочка ж ή πεταλούδα,

бакалея ж τά είδη

παν­

ή χρυσαλλίδα,

 

 

 

 

τοπωλείου.

 

 

 

 

бабушка ж ή γιαγιά,

баклажан м ή μελιτζάνα.

τά

багаж

м οί

άποσκευές,

бактериология ж ή βακ­

μπαγκάζια;

 

ручной ~

τηριολογία.

 

 

 

οί

άποσκευές

τοϋ

χεριού;

бактерия ж т βακτήριο.

сдавать вещи в ~ παρα­

Баку м τό Μπακού,

 

δίνω τά πράγματα στίς άπο­

бал μ ό χορός, ή χορο­

σκευές.

 

 

 

 

 

 

εσπερίδα; ~-маскарад τό

 

багажник м (у велосипе­

μπάλ-μασκέ,

ό

χορός

με­

да, мотоцикла) ή

σκάρα.

ταμφιεσμένων.

 

 

 

багажн||ый των αποσ­

балерина ж ή χορεύτρια,

κευών; ~ая квитанция ή ή μπαλλαρίνα.

 

 

άπόδειξη παραλαβής

απο­

балет μ τό μπαλλέτο, τό

σκευών.

 

βάση; турйст-

χορόδραμα.

 

ό έξώστης,

 

база ж ή

балкон λ« 1.

ская ~

τό τουριστικό

πε­

τό μπαλκόνι; 2. театр, ή

ρίπτερο; лыжная ~

ό σταθ­

εξέδρα, ό έξώστης.

 

μός γιά σκί.

 

 

 

τό πα­

баловать

κακομαθαίνω»

 

базар μ ή άγορά,

Балтийское море ή Βαλ­

ζάρι; кнйжный ~ ή βι­

τική θάλασσα.

 

 

βλιεμπορική άγορά.

 

 

бальзам м τό

βάλσαμο.

 

базис μ ή βάση,

 

 

бамбук μ τό βαμβοϋ, ό

 

байдарка

ж τό κανό.

ίνδοκάλαμος.

 

 

 

 

Байкал

м

ή

Βαϊκάλη

банан μ ή μπανάνα,

 

{λίμνη).

 

 

 

 

 

τό

бандероль

ж ή ταινία,

 

бак μ (для воды)

τό ταχυδρομικό

δέμα;

по­

ντεπόζιτο, τό βουτσί.

παν­

слать —ιο στέλνω δέμα.

 

бакалейнЦый

τοϋ

банк λ« ή τράπεζα; госу­

τοπωλείου;

~ые

товары

дарственный ~

ή κρατική

τά είδη παντοπωλείου.

 

τράπεζα.

 

 

 

Источник: https://tut-files.ru/previewfile/124924