Материал: Карманный русско-новогреческий словарь 10 000 слов.

Внимание! Если размещение файла нарушает Ваши авторские права, то обязательно сообщите нам

фак

 

 

 

— 327

 

 

 

 

 

 

фех

факультет

м

ή

σχολή

 

фашистский φασιστικός,

{πανεπιστημίου).

φαλτσάρω,

ή

фаянс м τό φαγεντιανό,

фальшивить

φαγιάντσα.

ό Φλεβάρης,

фальшивый

ψεύτικος,

ό

февраль м

πλαστός.

 

 

τό

επίθετο

Φεβρουάριος.

Респуб­

фамйлия

ж

 

Федеративная

(οικογενειακό

όνομά); как

лика

Германии

ή

'Ομοσ­

ваша ~ ? ποιό είναι τό

πονδιακή

Δημοκρατία

τής

έπίθετό σας?

 

 

 

Γερμανίας.

 

 

ή

όμοσ-

фамильярный οικείος,

 

федерация

ж

фанера ж ή κοντραπλα­

πονδία.

 

 

τό

πυρο­

κέ.

 

 

 

 

 

фейерверк

λι

фантазировать ονειρεύ­

τέχνημα.

 

 

 

 

 

ομαι.

 

 

 

 

 

фельетон м ή έπιφυλλίδα.

фантазия ж ή φαντασία.

 

ферзь μ шсисм. ή βασί­

фанфара ж ή σάλπιγγα,

λισσα.

 

 

 

 

 

 

фара

ж

ό

προβολέας

 

ферма ж с.-х. τό άγρό-

(αυτοκινήτου κ.τ λ.).

 

κτημα, ή φέρμα; молочная

фарс μ

ή φάρσα,

 

~

τό γαλακτοκομείο.

 

фартук μ

ή ποδιά,

 

фестиваль

м

τό

φεστι­

фарфор μ

ή πορσελάνη,

βάλ;

Международный

~

τό φαρφουρί.

γέμισμα, ή

молодёжи τό Διεθνές φεσ­

фарш

μ τό

τιβάλ

τής

Νεολαίας.

 

τό

γέμιση; ό κιμάς (мясной).

 

фетр μ

τό

καστόρι,

фаршированный

παρα­

φέτρ.

 

 

καστόρινος;

γεμισμένος,

παραγεμιστός;

 

фетров||ый

~ перец πιπέρια γεμιστά,

~ая шляпа τό καστόρινο

фасад μ ή πρόσοψη,

καπέλλο.

 

 

 

ό

ξι­

фасоль

ж

τά φασόλια,

 

фехтовальщик

м

фасон μ ή μόδα, τό φομάχος.

 

 

ή ξιφασ­

σχέδιο, τό φασόν.

 

 

фехтование

с

фашизм μ

ό

φασισμός,

κία, ή

ξιφομαχία,

 

 

фашист μ

ό

φασίστας.

 

фехтовать ξιφομαχώ.

 

фиа

 

 

 

— 328 —

 

 

 

 

 

 

фин

фиалка ж τό ίον, ό

филателйя ж ό

φιλοτε­

μενεξές.

 

 

 

 

λισμός.

 

 

 

 

 

 

фигурЦа ж 1. τό σχή­

филиал μ τό ύποκατάσ-

μα; ή κορμοστασιά, ή φι­ τημα, τό παράρτημα,

 

γούρα (телосложение); 2.

фйлин μ

ό

μπούφος,

шахм. ή φιγούρα; поте­

философ μ ό φιλόσοφος,

рять —у χάνω

μιά φιγού­

философия

ж ή φιλο­

ρα; размен фигур ή αλ­ σοφία.

 

 

 

φιλοσοφι­

λαγή (στό σκάκι).

 

ό φι-

философский

фигурист μ спорт,

κός.

 

 

 

φίλμ, ή ται­

γουρίστας (παγοδρομίας).

фильм λ< τό

фигурнЦый:

 

~ о е

ката­

νία;

художественный

~

ние (на коньках) τό

καλ­

τό καλλιτεχνικό φίλμ; до­

λιτεχνικό πατινάζ.

 

 

кументальный

~ τό φίλμ

физик м ό

φυσικός,

ντοκουμανταίρ,

τά

έπίκαι-

фйзика ж ή

φυσική,

ρα;

мультипликационный

физиолог μ

ό φυσιολό­

~ ή ταινία μίκι-μάους;

γος.

 

 

 

φυ­

цветной

~

ή

έγχρωμη

физиологический

 

ταινία; снимать

~

γυρίζω

σιολογικός.

 

 

φυσιο­

φίλμ.

 

 

τό

φίλτρο, ό

физиология ж ή

фильтр μ

λογία.

 

 

 

 

διϋλιστήρας.

τό

τέλος,

τό

физический φυσικός,

финал

μ

физкультура

ж ή

φυ­

τέρμα;

<>

выйти

в

~

σική αγωγή,

ή

γυμναστι­

спорт,

προκρίνομαι

γιά

κή.

 

 

 

ό αθ­

τούς τελικούς αγώνες.

 

физкультурник μ

финальнЦый τελικός, τε­

λητής; ~ ц а ж ή άθλήτρια.

λευταίος;

 

~ая

 

встреча

филармония ж τό φι-

спорт, ό τελικός αγώνας.

λαρμονικό ίδρυμα,

ή φι­

финансовый

οικονομι­

λαρμονική.

φιλο­

κός, χρηματιστικός.

филателист м ό

финансы μ η .

τά οικο­

τελιστής.

 

νομικά.

 

фин

— 329

фот

финик м ό φοίνικας,

финиш м спорт- τό τέρ­

μα.

финишировать спорт.

τερματίζω.

Финляндия ж ή Φιλ-

λανδία.

 

 

 

 

финн м ό Φιλλανδός.

фйнский φιλλανδικός.

фиолетовый

ίοβαφής,

βιολές, μενεξεδένιος.

 

фирма

ж

ό

έμπορικός

οίκος, ή

φίρμα.

 

τά

фисташки

ж

μ η .

φιστίκια.

ή

σημαία;

 

флаг μ

п од­

нять (спустйть) ~ ύψώνω

(κατεβάζω)

τή σημαία.

 

флажок μ ή μικρή ση­

μαία.

τό

φιαλίδιο.

 

флакон μ

ή

фланг μ

τό

πλευρό,

πτέρυγα.

 

 

 

фланель οκ ή φανέλλα.

 

флегматйчный φλεγματι­

κός.

 

 

 

флейта ж τό φλάουτο,

 

флот μ ό στόλος, τό

ναυτικό; воздуш ны й ~

ή

αεροπορία.

τό

πρήξιμο, ή

флюс μ

φλεγμονή (των δοντιών). фойе с τό φουαγιέ.

фокстрот λ<τό φόξ-τρότ.

фокус μ 1. {трюк) ή

ταχυδαχτυλουργία; 2. фо­ т о ή εστία.

фокусник μ ό ταχυδαχ-

τυλουργός.

фон μ τό φόντο, фонарь μ τό φανάρι;

электрический ~ τό κλεφ­ τοφάναρο.

фонд μ τό κεφάλαιο, τά

άποθέματα, οί βάσεις. фонтан μ ό πίδακας, τό

συντριβάνι.

формЦа ж 1. (вид) ή

μορφή, τό σχήμα; 2. (одеж ­ да) ή στολή; спортивная

~ή άθλητική στολή; -ζ>

быть в ~ е спорт, είμαι

σέ φόρμα.

фортепьяно с τό πιάνο, форточка ж τό παρα­

θυράκι, ό φεγγίτης.

фотоаппарат м ή φωτο­

γραφική μηχανή.

фотобумага ж ό φωτο­

γραφικός χάρτης.

фотограф μ δ φωτο­

γράφος.

фотографйровать φω­ τογραφίζω, τραβώ φωτο­ γραφία; ■—ся φωτογραφί­ ζομαι.

фот

 

 

 

 

 

 

— 330 —

 

 

хар

фотография

 

ж

ή

φω­

 

фруктовЦый

 

καρποφό­

τογραφία; τό φωτογραφείο

ρος, όπωροφόρος; ~ое де­

(помещение).

 

 

 

 

рево τό όπωροφόρο δέντρο;

фотоплёнка ж τό φωτο­

— сад ό κήπος όπωροφό-

γραφικό φίλμ;

—телеграм-

ρων δέντρων.

 

 

ма

ж

τό

φωτοτηλεγράφη­

 

Фрунзе μ

τό Φρούνζε.

μα;

-—хроника

 

ж

τά φω­

τό

фундамент

м

ή βάση,

τογραφικά

επίκαιρα,

 

θεμέλιο.

 

 

 

фраза ж ή

φράση,

 

фуникулёр μ τό φουνι-

фрак м τό

φράκο,

 

κουλέρ, ό εναέριος σιδηρό­

франк

μ

τό

φράγκο.

δρομος.

~

стерлингов

Франция ж

ή

Γαλλία,

ή

фунт м:

француз μ

ό

Γάλλος,

λίρα.

 

 

 

французский

γαλλικός,

τό

фуражка ж τό κασκέτο,

фрахтовать ναυλώνω,

πηλήκιο.

τό

κλειστό

фрезеровщик м ό φρε-

 

фургон

μ

ζαδόρος.

 

ή

νωπογρα­

φορτηγό όχημα.

ποδόσ­

фреска

ж

 

футбол

μ

τ ό

φία,

τό

φρέσκο.

 

 

η . τά

φαιρο, τό φουτμπώλ.

фрикадельки ж

μ

 

футболйст

μ

ό ποδοσ­

γιουβαρλάκια.

μέτωπο,

φαιριστής.

 

ποδοσφαι­

фронт м τό

 

футбольный

фрукт Μ (обычно ΜΗ.)

ρικός.

ή θήκη,

τό

φρούτο;

 

ό

καρπός

 

футляр μ

(плод).

 

 

 

 

 

 

 

фуфайка ж

ή φανέλλα.

халат м ή μπλούζα; ή

 

Ханой μ

τό Χανόϊ.

ρόμπα

(домашний)·,

ку­

 

хаос μ перен.

τ ό χάος.

пальный — τό μπουρνούζι,

 

характер м ό

χαρακτή­

халва ж ό χαλβάς.

 

ρας.

 

 

 

Источник: https://tut-files.ru/previewfile/124924